Αντιστράτηγος ΕΛ.ΑΣ. ε.α. Ν. Μπλάνης: “Πολιτική βία: Τα όριά της και ο ρόλος της Δικαιοσύνης”

Παρατηρήσαμε τελευταία την όξυνση της πολιτικής αντιπαράθεσης με αφορμή «απειλητικά» μηνύματα πολιτών-ψηφοφόρων σε βάρος Βουλευτών. Είδαμε να ασκούνται και διώξεις όχι απλώς για απειλή (άρθρο 333 Π.Κ.), που διώκεται ύστερα από έγκληση του παθόντα, αλλά και για βία κατά πολιτικού Σώματος ή της Κυβέρνησης (άρθρο 157 Π.Κ.-κακούργημα). Καταρχήν το περιεχόμενο του μηνύματος φέρεται να ήταν (αυτή ήταν η προτροπή): «Αυτό δεν θα ξεχαστεί. Να μην τολμήσετε να προδώσετε τη Μακεδονία». Ακολούθησε και αφισοκόλληση ανάλογου περιεχομένου.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι, αν ένα μήνυμα τέτοιου περιεχομένου συνιστά απειλή ή ακόμη χειρότερα βία κατά της Κυβέρνησης. Η απάντηση είναι όχι. Από τον νομικό ορισμό του εγκλήματος της απειλής προκύπτει, ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της απειλής, θα πρέπει ο δράστης να προκάλεσε σε άλλον υπέρμετρο φόβο, απειλώντας τον με επικείμενη άσκηση βίας ή άλλη παράνομη πράξη, να του δημιουργήσει δηλαδή αίσθημα ανασφάλειας, χωρίς φυσικά και να πραγματοποιήσει τις απειλές του, διότι τότε θα μιλούσαμε για άλλο έγκλημα. Απαιτείται δόλος και οι απειλές θα πρέπει να είναι σοβαρές και ικανές -αντικειμενικά- να προκαλέσουν φόβο. Να δημιουργήσουν την εντύπωση στο θύμα, ότι αυτές μπορεί να πραγματοποιηθούν. Βουλευτής που φέρεται να απειλήθηκε, ότι «θα βρει το κεφάλι του στο χαντάκι» δήλωσε, ότι το θεωρεί γελοίο και δεν δίνει σημασία. Σε κάθε περίπτωση η απειλή πρέπει να αφορά παράνομη πράξη. Δεν είναι απειλή π.χ. το «θα σου κάνω μήνυση» ή «δεν θα σε ψηφίσω». Οι απειλές δεν είναι μόνο λεκτικές, αλλά μπορεί να γίνονται και με νεύματα, νοήματα, εικόνες ή άλλες πράξεις (π.χ. δείχνω το μαχαίρι ή το όπλο).

Ο προσδιορισμός της έννοιας της βίας δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Βία σημαίνει και δύναμη. Στην καθημερινή ζωή μιλάμε για άμεση και έμμεση βία, για παράνομη και νόμιμη βία, για σωματική και ψυχολογική βία, για συμβολική και ιδεολογική βία, για ηθική και για ανωτέρα βία. Σε όλες τις παραπάνω χρήσεις της έννοιας στα ελληνικά διατηρείται κάτι από την αρχική ετυμολογική πηγή της στο ρήμα «βιάζω», που σημαίνει πιέζω, αναγκάζω κάποιον να πράξει κάτι, «καταβάλλω κάποιον με τη δύναμή μου», η οποία μπορεί να έχει πολλές μορφές.

Είδαμε στο παρελθόν, στο πλαίσιο των αντικυβερνητικών εκδηλώσεων και της πολιτικής αντιπαράθεσης, να κυκλοφορούν αφίσες με τα μέλη της Κυβέρνησης και προσβλητικές-απειλητικές-εκβιαστικές αναφορές του τύπου προδότες ή WANTED κ.λ.π. ή με κρεμάλες ή συνθήματα υβριστικά-απειλητικά της μορφής «να καεί, να καεί το μπ@@@@@λο η Βουλή» ή «δεν θα μπορείτε να βγείτε από τα σπίτια σας» κ.α. ή ακόμη και με την άσκηση σωματικής βίας και την πρόκληση σωματικών βλαβών.

Αυτό που παρατηρήσαμε όμως, είναι η διαφορετική αντίδραση της Δικαιοσύνης (Εισαγγελίας του Α.Π). Σε κάποιες περιπτώσεις «αντιδρά» άμεσα και σε άλλες είναι «τυφλή». Έτσι δείχνει αφορμή να κατηγορηθεί, ότι καθίσταται αντικείμενο «εκμετάλλευσης» από τη μεριά της Κυβέρνησης, η οποία εξάλλου κατηγορείται για προσπάθεια «εργαλειοποίησης» και πολιτικής χειραγώγησης της Δικαιοσύνης.

Η άσκηση κριτικής και μάλιστα η αυστηρή και δριμεία κριτική, ακόμη και αν αγγίζει τα όρια της λεκτικής βίας, εμπίπτει, στον πυρήνα του θεμελιώδους δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, δεδομένου ότι τόσο το Σύνταγμα της χώρας μας, όσο και τα Διεθνή και Ευρωπαϊκά Κείμενα προστατεύουν όλες τις απόψεις, τόσο αυτές που γίνονται ευνοϊκά δεκτές, όσο και αυτές που «ενοχλούν», διότι μ’ αυτό τον τρόπο πληρούνται οι απαιτήσεις της πλουραλιστικής ανεκτικότητας και του ανοικτού πνεύματος, χωρίς τις οποίες δεν νοείται Δημοκρατία. Πρόσφατα στην Αμερική κρίθηκε, ότι το μπλοκάρισμα κάποιου (που ασκούσε ενοχλητική κριτική) από τη σελίδα στο facebook του Πολιτικού δεν είναι νόμιμη, καθόσον αυτή «φέρει τα χαρακτηριστικά ενός δημόσιου φόρουμ, όπου ο δημόσιος λόγος-όσο ανεπιθύμητος και αν είναι- δεν υπόκειται σε διακρίσεις».

Η χρήση της πολιτικής βίας (=βίας με πολιτικά κίνητρα) αντανακλά και το επίπεδο του πολιτικού πολιτισμού μια χώρας, καθώς και των πολιτικών φορέων-κομμάτων που συγκροτούν το πολιτικό σύστημα. Και είναι λυπηρό φορείς του δημοκρατικού τόξου και ειδικότερα της αριστεράς και της (υποτιθέμενης) «προόδου» να μετέρχονται τις χειρότερες μορφές και πρακτικές πολιτικής βίας. Σε κάθε περίπτωση η πολιτική βία χαρακτηρίζει την ποιότητα της Δημοκρατίας και πρέπει, καταρχήν, να αντιμετωπίζεται στο πλαίσιο των κοινοβουλευτικών διαδικασιών και όχι με δικονομικούς όρους, χωρίς αυτό να σημαίνει, ότι τα ποινικά εγκλήματα θα μένουν ατιμώρητα.