Στην τελική ευθεία μπαίνει το μεγαλύτερο πρόγραμμα αεράμυνας που έχει σχεδιαστεί μέχρι σήμερα για τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, καθώς ολοκληρώθηκε –σύμφωνα με πληροφορίες– η φάση της συμβατικής σχεδίασης και της κατάρτισης των συμφωνιών που θα «τρέξουν» τον νέο αντιπυραυλικό και αντιαεροπορικό «Θόλο» της χώρας.
Το αμέσως επόμενο βήμα είναι η αποστολή του φακέλου στο Νομικό Συμβούλιο για έλεγχο, διαδικασία που εκτιμάται ότι θα διαρκέσει περίπου δεκαπέντε ημέρες. Κατόπιν, το πρόγραμμα θα τεθεί προς τελική έγκριση στο ΚΥΣΕΑ, σηματοδοτώντας την έναρξη ενός σχεδίου που φιλοδοξεί να αλλάξει σε βάθος τη φιλοσοφία της ελληνικής αεράμυνας.
Από την προμήθεια στη δικτυοκεντρική άμυνα
Η βαρύτητα του εγχειρήματος δεν περιορίζεται στην αγορά νέων αντιαεροπορικών συστημάτων. Ο στόχος είναι η δημιουργία ενός ενιαίου, δικτυοκεντρικού οικοδομήματος αεράμυνας και αντιπυραυλικής προστασίας, το οποίο θα συνδέει αισθητήρες, κέντρα διοίκησης και αναχαιτιστές σε πραγματικό χρόνο. Με άλλα λόγια, η αποτελεσματικότητα θα εξαρτάται λιγότερο από το «τι έχεις» και περισσότερο από το «πώς συνεργάζονται όλα μεταξύ τους».
Παράλληλα, φαίνεται ότι έχει «κλειδώσει» και η συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, με ποσοστό που όχι μόνο αγγίζει αλλά –όπως αναφέρεται– ξεπερνά τον αρχικό στόχο του 25%. Πρόκειται για κρίσιμη παράμετρο, καθώς επηρεάζει τόσο το οικονομικό αποτύπωμα όσο και τη δυνατότητα της χώρας να αποκτήσει τεχνογνωσία, υποστήριξη και αναβαθμίσεις με μεγαλύτερο βαθμό αυτονομίας.
Από τις διαπραγματεύσεις στις υπογραφές
Μετά από μήνες διαπραγματεύσεων μεταξύ της ελληνικής πλευράς και του ισραηλινού οργανισμού SIBAT, οι συμβάσεις φέρονται να έχουν πλέον λάβει την τελική τους μορφή. Το ΓΕΕΘΑ και η ΓΔΑΕΕ ολοκλήρωσαν το πλαίσιο συνεργασίας, με σαφείς επιχειρησιακές απαιτήσεις και προσδιορισμένους όρους συμμετοχής της εγχώριας βιομηχανίας.
Η διακρατική συμφωνία λειτουργεί ως «θεμέλιο» πάνω στο οποίο θα χτιστεί ο νέος μηχανισμός αντιαεροπορικής και αντιπυραυλικής άμυνας. Στρατιωτικές πηγές τονίζουν ότι το κρίσιμο ζητούμενο δεν είναι πια η επιλογή των συστημάτων –η οποία έχει ουσιαστικά ολοκληρωθεί– αλλά η διασφάλιση ότι όλα τα επιμέρους στοιχεία θα λειτουργήσουν ως ένα ενιαίο σύστημα, με κοινή εικόνα, κοινούς κανόνες εμπλοκής και γρήγορη ροή δεδομένων.
Το τέλος της εποχής των αυτόνομων συστημάτων
Για δεκαετίες η ελληνική αεράμυνα στηριζόταν σε ένα μωσαϊκό ισχυρών, αλλά σε μεγάλο βαθμό αυτόνομων συστημάτων: Patriot, S-300, HAWK, TOR-M1, OSA-AK, ραντάρ της Πολεμικής Αεροπορίας και μέσα του Πολεμικού Ναυτικού. Το πλέγμα ήταν ισχυρό, όμως όχι πλήρως διασυνδεδεμένο, με περιορισμούς στη διαλειτουργικότητα και στην ταχύτητα μετάβασης από την επιτήρηση στην εμπλοκή.
Η εμπειρία των σύγχρονων επιχειρήσεων δείχνει ότι η ισχύς δεν είναι αρκετή, εάν δεν συνοδεύεται από υψηλή ταχύτητα μεταφοράς πληροφορίας από τον αισθητήρα στον αναχαιτιστή. Συγκρούσεις σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή ανέδειξαν πως η αεράμυνα του μέλλοντος είναι δικτυοκεντρική, με έμφαση στην αντοχή σε επιθέσεις κορεσμού, στην αναγνώριση στόχων μικρού ίχνους (όπως UAV) και στη συνεχή ανανέωση της εικόνας πεδίου.
Πολυστρωματική αρχιτεκτονική τριών επιπέδων
Ο νέος «Θόλος» περιγράφεται ως πολυστρωματικό σύστημα, με τρία συμπληρωματικά επίπεδα προστασίας. Το πρώτο στρώμα επικεντρώνεται σε στόχους χαμηλού ύψους: UAV, περιφερόμενα πυρομαχικά, ελικόπτερα και χαμηλά ιπτάμενα αεροσκάφη. Το δεύτερο επίπεδο αφορά την αεράμυνα περιοχής, ικανή να αντιμετωπίσει μαχητικά, πυραύλους cruise και σύνθετες απειλές. Το τρίτο και ανώτερο επίπεδο αφορά την αντιβαλλιστική προστασία και την αναχαίτιση στόχων μεγάλης εμβέλειας.
Η λογική παραπέμπει σε διεθνή πρότυπα, προσαρμοσμένα όμως στις ιδιαιτερότητες του ελληνικού χώρου, όπου συνυπάρχουν νησιωτικότητα, μεγάλες θαλάσσιες αποστάσεις, στενά περάσματα και ανάγκη ταχείας μεταφοράς μέσων.
SPYDER AiO: η πρώτη γραμμή
Στο χαμηλότερο στρώμα εντάσσεται το SPYDER All-in-One, το οποίο χαρακτηρίζεται κατάλληλο για τη γεωγραφία της Ελλάδας λόγω κινητικότητας, μικρού χρόνου ανάπτυξης και δυνατότητας άμεσης εμπλοκής. Μπορεί να μεταφερθεί γρήγορα σε νησιά, προωθημένες θέσεις ή κρίσιμες υποδομές, προσφέροντας προστασία από UAV, επιθετικά ελικόπτερα και αεροσκάφη χαμηλού ύψους.
Χρησιμοποιεί πυραύλους Python-5 και Derby και υποστηρίζει ταυτόχρονη αντιμετώπιση πολλαπλών απειλών. Η ένταξή του συνδέεται και με τη σταδιακή αντικατάσταση συστημάτων όπως TOR-M1 και OSA-AK, τα οποία, παρά τη διαχρονική τους αξία, αντιμετωπίζουν πλέον περιορισμούς αναβάθμισης και προκλήσεις υποστήριξης.
BARAK MX: η νέα ραχοκοκαλιά
Το δεύτερο στρώμα βασίζεται στο BARAK MX, που αναμένεται να λειτουργήσει ως «ραχοκοκαλιά» της αεράμυνας για τις επόμενες δεκαετίες. Η οικογένεια των πυραύλων του καλύπτει αποστάσεις από δεκάδες χιλιόμετρα έως και 150 χιλιόμετρα, παρέχοντας κάλυψη 360 μοιρών.
Το BARAK MX σχεδιάζεται να αντιμετωπίζει μαχητικά, UAV, πυραύλους cruise και σύνθετες επιθέσεις κορεσμού. Η σημασία του είναι αυξημένη, καθώς προβλέπεται να αντικαταστήσει σταδιακά τα παλαιότερα HAWK, που παραμένουν σε υπηρεσία αλλά έχουν φτάσει κοντά στα όρια των δυνατοτήτων τους. Ταυτόχρονα, θα λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στη μικρή και στη μεγάλη εμβέλεια.
David’s Sling: η αντιβαλλιστική ομπρέλα
Στην κορυφή της αρχιτεκτονικής τοποθετείται το David’s Sling, επιλογή που αποδίδεται σε στρατηγική ανάγκη: την ενίσχυση αντιβαλλιστικών δυνατοτήτων σε επίπεδο που δεν υπήρχε μέχρι σήμερα με τον ίδιο τρόπο στο ελληνικό οπλοστάσιο. Με τον πύραυλο Stunner και τη φιλοσοφία hit-to-kill, το σύστημα έχει σχεδιαστεί για την αντιμετώπιση βαλλιστικών πυραύλων, προηγμένων πυραύλων cruise και όπλων ακριβείας μεγάλης εμβέλειας.
Η αξία του αποκτά ιδιαίτερο βάρος σε μια περίοδο όπου η χρήση βαλλιστικών πυραύλων έχει καταστεί συχνό χαρακτηριστικό περιφερειακών συγκρούσεων. Η ένταξή του προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο πάνω από τους Patriot, ενισχύοντας το συνολικό πλέγμα και διευρύνοντας τις επιλογές αναχαίτισης.
ELM-2084 και Command & Control: τα «μάτια» και η «καρδιά»
Καθοριστικό ρόλο αποδίδεται στα ραντάρ ELM-2084, AESA αισθητήρες με δυνατότητα ταυτόχρονης παρακολούθησης εκατοντάδων στόχων, εντοπισμού UAV, πυραύλων cruise και βαλλιστικών απειλών, προσφέροντας εικόνα σε πραγματικό χρόνο. Η ανάπτυξή τους σε κρίσιμα σημεία στοχεύει στη δημιουργία συνεχούς πλέγματος επιτήρησης από τον Έβρο έως την Ανατολική Μεσόγειο.
Ωστόσο, το «μεγάλο στοίχημα» είναι το Command and Control. Η ελληνική πλευρά φέρεται να έθεσε ως προϋπόθεση να μην υπάρξει κλειστό σύστημα διοίκησης και ελέγχου που να εξαρτάται αποκλειστικά από ξένο κατασκευαστή. Ζητήθηκε ελληνική «υπογραφή» στο λογισμικό, στη διαχείριση δεδομένων και στην αρχιτεκτονική, ώστε να διασφαλίζονται ο έλεγχος των πληροφοριών, η δυνατότητα αναβαθμίσεων χωρίς μονομερή εξάρτηση, η ενσωμάτωση εφαρμογών κυβερνοασφάλειας και μια ανοικτή αρχιτεκτονική για μελλοντικές προσθήκες.
Ελληνική βιομηχανία: συμμετοχή πέρα από την υποστήριξη
Η συμμετοχή ελληνικών εταιρειών εμφανίζεται να ξεπερνά το 25% και να μην περιορίζεται σε εργασίες χαμηλής προστιθέμενης αξίας. Οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για ρόλους σε υποσυστήματα λογισμικού, ηλεκτρονικών, επικοινωνιών, διαχείρισης δεδομένων και ολοκλήρωσης, με στόχο τη συσσώρευση τεχνογνωσίας και τη δυνατότητα μελλοντικής εξέλιξης του συστήματος εντός χώρας.
Η επόμενη ημέρα στις Ένοπλες Δυνάμεις
Με την υλοποίηση του «Θόλου» αναμένεται να μεταβληθεί το επιχειρησιακό δόγμα: για πρώτη φορά Στρατός Ξηράς, Πολεμική Αεροπορία και Πολεμικό Ναυτικό θα μπορούν να μοιράζονται κοινή επιχειρησιακή εικόνα σε πραγματικό χρόνο. Μαχητικά, επίγεια συστήματα, πλοία, ραντάρ και κέντρα επιχειρήσεων θα λειτουργούν ως κόμβοι ενός ενιαίου δικτύου.
Καθώς ο φάκελος οδηγείται στον νομικό έλεγχο και στη συνέχεια στο ΚΥΣΕΑ, το πρόγραμμα προβάλλει ως η μεγαλύτερη αναβάθμιση της ελληνικής αεράμυνας από την εποχή της απόκτησης των Patriot – όχι μόνο ως προς τα μέσα, αλλά κυρίως ως προς τον τρόπο που αυτά θα «συνομιλούν» και θα επιχειρούν ως ένα.